Meaning of φλασκί | Babel Free
/flaˈsci/Ορισμοί
- δοχείο για υγρά (νερό, κρασί, κ.ά.) φτιαγμένο από πηλό, ξύλο, αποξηραμένη νεροκολοκύθα ή γιδοτόμαρο, και σχετικά μικρό για εύκολη μεταφορά
- μικρή μεταλλική φιάλη για οινοπνευματώδη ποτά, με καμπύλο σχήμα για να χωρά στην πίσω τσέπη του παντελονιού
- ο καρπός της νεροκολοκυθιάς, της φλασκιάς
Ισοδύναμα
English
Flask
Παραδείγματα
“※ Ο φίλος μου είχε ένα φλασκί με ουίσκι, το παίρνω και πίνω. (Περιοδικό Schooligans (Αθήνα), τχ. 16, Νοέμβριος 2009, σελ. 20)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.