Meaning of φελλός | Babel Free
/feˈlos/Ορισμοί
- οικισμός, όρμος και παραλία της βορειοδυτικής Άνδρου
- αδιάβροχο υλικό με σπογγώδη μορφή, το οποίο λαμβάνεται από το φλοιό δέντρων, κυρίως, της φελλόδρυος
-
κυλινδρικό πώμα μπουκαλιού από το παραπάνω υλικό figuratively
-
κομμάτι από το παραπάνω υλικό που συγκρατεί τα διχτυα ή το αγκίστρι του ψαρά πάνω από τον πυθμένα figuratively
-
ο ανόητος ή ο ανάξιος άνθρωπος, που επιπλέει σαν τον φελλό slang
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.