Meaning of φακός | Babel Free
/fa.ˈkos/Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Φάκου)
- ανδρικό επώνυμο
- φορητή συσκευή που παράγει φως
- διαφανής ιστός πίσω από την ίριδα του ματιού
- γυάλινος δίσκος με επιφάνειες είτε κοίλες είτε κυρτές, που εστιάζει ακτίνες φωτός για να δημιουργήσει είδωλο μέσω διάθλασης
- το καθένα από τα δύο γυάλινα αντικείμενα στα γυαλιά που φοριούνται για τη βελτίωση της όρασης
- κάμερα ή φωτογραφική μηχανή
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“※ Το φως του φακού έπεσε πάνω σε πουλιά που στέκονταν πάνω σε σιδερένιες βάσεις οι οποίες ήταν σφηνωμένες στους τοίχους. Στην αρχή όλοι έκαναν πίσω φοβισμένοι, γιατί τα πουλιά, αετοί και γεράκια, φαίνονταν έτοιμα να πετάξουν, σαν να ήταν ζωντανά (Χρύσα Σπυροπούλου, Αναζητώντας το χρυσόμαλλο δέρας, εκδόσεις Καστανιώτη, 2013)”
“μεγεθυντικός φακός, παραμορφωτικός φακός'”
“φακοί διορθωτικοί της οράσεως'”
“Του αρέσει να ποζάρει στο φακό.”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.