Meaning of δάδα | Babel Free
Ορισμοί
- γυναικείο όνομα
- δαυλός, κομμάτι ξύλου στην άκρη του οποίου έβαζαν φωτιά και το κρατούσαν για να φωτίζει τη νύχτα
- γυναικείο επώνυμο (αρσενικό Δάδας)
-
το φως της γνώσης, του πολιτισμού κ.λπ figuratively
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.