Meaning of φακελάκι | Babel Free
/fa.ceˈla.ci/Ορισμοί
- υποκοριστικό του φάκελος
-
συσκευασία που περιέχει κάποιο προϊόν σε μικρή ποσότητα ή σε ποσότητα που αντιστοιχεί σε μία δόση especially
-
χρήματα που χρησιμοποιούνται για δωροδοκία figuratively
Ισοδύναμα
English
Bribe
Παραδείγματα
“Kathimerini, 23 February 2010 (email). Αγαπητοί Έλληνες γιατροί, μην απεργήσετε, αλλά φροντίστε τους ασθενείς σας, από ’δω και στο εξής χωρίς να ζητάτε φακελάκι. Dear Greek doctors, do not strike, attend to your patients from now without looking for a bribe.”
“θα ήθελα δύο φακελάκια από αυτό το καινούριο φάρμακο για τον πονοκέφαλο”
“πολλοί γιατροί στα δημόσια νοσοκομεία σε κοιτάζουν μόνο αν τους δώσεις φακελάκι”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.