Σημασία του τσουρέκι | Babel Free
t͡suˈɾe.ciΟρισμοί
το είδος αφράτου γλυκίσματος, που ζυμώνεται κυρίως σε εορταστικές περιόδους και ιδίως το Πάσχα, και περιέχει αλεύρι, βούτυρο, αβγά, γάλα, ζάχαρη και διάφορες αρωματικές ουσίες
Παραδείγματα
“※ μη μας ξυπνήσει από τις χαραμάδες του το φως του πρωινού, με την πασχαλοκουλούρα παραμάσχαλα και το τσουρέκι με το κόκκινο αυγό στη μέση (Βασίλης Βασιλικός, Τα δώρα της αγάπης, «Νέα Σύνορα», Εκδοτικός Οργανισμός Λιβάνη, 1998, σελ. 133)”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free