Σημασία του τσιράκι | Babel Free
t͡siˈɾa.ciΟρισμοί
-
ακόλουθος κάποιου ανώτερου που προσφέρει υπηρεσίες με ανταλλάγματα offensive
-
μαθητευόμενος τεχνίτης dated
Παραδείγματα
“※ Γνωριστήκαμε το 1933. Αυτός δεκαεξάρης κι εγώ δεκαπεντάρης. Δούλευε σ' ένα παντοπωλείο, στη Διαγώνιο, τσιράκι. Μπακαλόγατο τον φώναζαν. Συνδεθήκαμε με αδερφική φιλία (Μωυσής Μιχάλης Μπουρλάς, Έλληνας, Εβραίος και αριστερός, εκδ. Νησίδες, 2000, σελ. 202)”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free