Meaning of τούμπα | Babel Free
/ˈtum.ba/Ορισμοί
- περιοχή στην παλιά ελληνική συνοικία Ταταύλα (σημερινό Κουρτουλούς) της Κωνσταντινούπολης
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Τούμπας
-
γενική ενικού του Τούμπας genitive, singular
- μικρό ύψωμα, μερικών μέτρων, που προέκυψε από συσσώρευση χωμάτων
- πνευστό μουσικό όργανο, που καλύπτει τη βαθύτερη περιοχή στα χάλκινα πνευστά
- προσφυγική συνοικία της Θεσσαλονίκης
- αναποδογύρισμα του σώματος
- το γήπεδο ποδοσφαίρου της ομάδας ΠΑΟΚ που βρίσκεται στην ομώνυμη συνοικία της Θεσσαλονίκης
- πλήρης περιστροφή οποιουδήποτε αντικειμένου
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
Ισοδύναμα
English
Somersault
Παραδείγματα
“Γλίστρησα και πήρα μία τούμπα.”
I slipped and had a big fall.
“Ξεκίνησαν οι ανασκαφές στην μεγάλη τούμπα.”
“το αυτοκίνητο έκανε τρεις τούμπες, όμως οι επιβάτες δεν έπαθαν τίποτα!”
“όλο τούμπες κάνει, παραξενεύομαι που δε ζαλίζεται!”
“※ Τα Ταταύλα είναι χτισμένα πάνω σε λόφο, και στην κορφή του λόφου είναι η Τούμπα. Πάνω στην Τούμπα […] είναι δυο μεγάλα κέντρα: η Ακρόπολις και το Αραράτ. Καλοκαιρικά καφενεία, όπου μαζεύονται οι Ταταυλιανοί ν' ακούσουνε τους κανταδόρους να τραγουδούν τα τραγούδια της εποχής (Μαρία Ιορδανίδου, Λωξάντρα (Αθήνα: Βιβλιοπωλείον της Εστίας, ³⁰1990, ISBN 960-05-0138-6), σ. 38)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.