HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

τούμπα

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C2 Specialized
ˈtum.ba

Ορισμοί

  1. περιοχή στην παλιά ελληνική συνοικία Ταταύλα (σημερινό Κουρτουλούς) της Κωνσταντινούπολης
  2. γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Τούμπας
  3. γενική ενικού του Τούμπας
    genitive, singular
  4. μικρό ύψωμα, μερικών μέτρων, που προέκυψε από συσσώρευση χωμάτων
  5. πνευστό μουσικό όργανο, που καλύπτει τη βαθύτερη περιοχή στα χάλκινα πνευστά
  6. προσφυγική συνοικία της Θεσσαλονίκης
  7. αναποδογύρισμα του σώματος
  8. το γήπεδο ποδοσφαίρου της ομάδας ΠΑΟΚ που βρίσκεται στην ομώνυμη συνοικία της Θεσσαλονίκης
  9. πλήρης περιστροφή οποιουδήποτε αντικειμένου
  10. ονομασία οικισμών της Ελλάδας

Ισοδύναμα

28 more languages
العربيةطوبى
Azərbaycan diliTuba
Cymraegtiwba
Esperantotubjo
فارسیطوبی
Gaeilgetiúba
Galegotuba
Bahasa Indonesiatuba
Íslenskatúba
Italianotuba
한국어튜바
Kurdîvolta
Nederlandstuba
Portuguêstuba
سنڌيطوبي
Svenskavolta
ТоҷикӣТубо
TürkçetaklaTuba
Українськатуба
اردوطوبی
O'zbekchaTubo

Παραδείγματα

“Γλίστρησα και πήρα μία τούμπα.”

I slipped and had a big fall.

“Ξεκίνησαν οι ανασκαφές στην μεγάλη τούμπα.”
“το αυτοκίνητο έκανε τρεις τούμπες, όμως οι επιβάτες δεν έπαθαν τίποτα!”
“όλο τούμπες κάνει, παραξενεύομαι που δε ζαλίζεται!”
“※ Τα Ταταύλα είναι χτισμένα πάνω σε λόφο, και στην κορφή του λόφου είναι η Τούμπα. Πάνω στην Τούμπα […] είναι δυο μεγάλα κέντρα: η Ακρόπολις και το Αραράτ. Καλοκαιρικά καφενεία, όπου μαζεύονται οι Ταταυλιανοί ν' ακούσουνε τους κανταδόρους να τραγουδούν τα τραγούδια της εποχής (Μαρία Ιορδανίδου, Λωξάντρα (Αθήνα: Βιβλιοπωλείον της Εστίας, ³⁰1990, ISBN 960-05-0138-6), σ. 38)”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη τούμπα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free