Meaning of τζαμί | Babel Free
/d͡zaˈmi/Ορισμοί
- λεπτή διαφανής ή ημιδιαφανής πλάκα από γυαλί ή άλλο παρεμφερές υλικό που τοποθετείται σε ανοίγματα (πόρτες ή παράθυρα)
- μουσουλμανικός ναός, κτήριο όπου συναθροίζονται οι πιστοί του Ισλάμ για να προσευχηθούν.
-
κάτι που ολοκληρώθηκε κατά τρόπο άψογο slang
Ισοδύναμα
English
Mosque
Παραδείγματα
“η δουλειά έγινε τζάμι”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.