Meaning of τάπα | Babel Free
Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο
- το πώμα
-
στο μπάσκετ: η ενέργεια όπου ένας παίκτης, συνήθως αμυντικός, σταματά στον αέρα την προσπάθεια αντιπάλου κατά την οποία έχει σουτάρει προς το καλάθι και η μπάλα βρίσκεται σε ανοδική τροχιά προς αυτό figuratively
-
η αποστομωτική απάντηση figuratively
-
ο χαρακτηρισμός για πολύ κοντό άνθρωπο figuratively, offensive
Παραδείγματα
“※ […] με αποτέλεσμα να μείνω, όπως κι οι περισσότεροι συνομήλικοί μου, κοντός σαν τάπα.”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.