σφολιάτα
Ορισμοί
είδος πίτας που παρασκευάζεται με αυγά και βούτυρο και κατά το ψήσιμο χωρίζεται σε αλλεπάλληλα λεπτά φύλλα
Ισοδύναμα
22 more languages
Afrikaansblaardeeg
العربيةعجينة منتفخة
Catalàpasta fullada
Cymraegcrwst pwff
DeutschBlätterteig
Ελληνικάδίπλα
Esperantofoliigita pasto
Galegofollado
עבריתבצק עלים
Հայերենշերտավոր խմոր
Italianopasta sfoglia
한국어퍼프 페이스트리
Македонскилиснато тесто
Românăfoitaj
Türkçepuf böreği
Παραδείγματα
“οι σφολιάτες της γιαγιάς είναι πεντανόστιμες.”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free