συνιστώσα
Ορισμοί
η δύναμη (ή άλλο διανυσματικό μέγεθος) που επηρεάζει την κατάσταση ενός σώματος. Η συνισταμένη αναλύεται σε συνιστώσες
Ισοδύναμα
Españolbancada
21 more languages
Danskopstillingsmøde
DeutschBausteinBauteilBestandteilEinzelteilFraktionGremiumIngredienzKomponenteParlamentsgruppierungVorwahlWahlausschuss
Suomipuoluekokous
Magyarfrakció
Italianocomponente
Latinaconstitutivus
Русскийгру́ппа интере́совгруппировкадеталько́кускомпоненткомпоне́нтакомпонентныйлобби́стская гру́ппапарти́йное собра́ниепартсобраниефракциячлен
ไทยย่อย
Українськаскладовий
中文組件
繁體中文組件
Παραδείγματα
“※ Η εργασία αυτή διερευνά την αειφορικότητα των ενεργειακών αναβαθμίσεων στα κτίρια, ως ένα σύστημα πολυπαραγοντικό, που συντίθεται από -συχνά- αντιφατικές συνιστώσες. Ξεκινώντας από τα nZEB κτίρια, περιγράφει την αειφορικότητα μέσα από δεκαπέντε κριτήρια, τα οποία καλύπτουν και τους τρεις πυλώνες της αειφορίας: τον κοινωνικό, τον περιβαλλοντικό και τον οικονομικό (Ελένη Μήτσιου, από την εξοικονόμηση ενέργειας στην αειφορία, διατριβή MSc, Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, 2020, https://apothesis.eap.gr/archive/item/148280)”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free