συμπονώ
Ορισμοί
αντιλαμβάνομαι τον πόνο κάποιου (ψυχικό, συναισθηματικό, σωματικό), πάσχω μαζί του και αποπειρώμαι να του συμπαρασταθώ ή να τον ανακουφίσω
Ισοδύναμα
16 more languages
Ελληνικάσυμπάσχω
Suomisympata
Galegoconsiderar
한국어동정하다
Nederlandsmeevoelen
Portuguêscompadecer
Русскийсимпатизировать
Українськасимпатизувати
Παραδείγματα
“Πάντα θα σε συμπονώ στις δύσκολες στιγμές σου.”
I will always feel compassion for you in your difficult moments.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free