Meaning of συμπονώ | Babel Free
/sim.boˈno/Ορισμοί
αντιλαμβάνομαι τον πόνο κάποιου (ψυχικό, συναισθηματικό, σωματικό), πάσχω μαζί του και αποπειρώμαι να του συμπαρασταθώ ή να τον ανακουφίσω
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.