HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

στούπα

Ουσιαστικό CEFR B1
ˈstu.pa

Ορισμοί

  1. γυναικείο επώνυμο
  2. ανάχωμα ή κατασκευή σε ημισφαιρικό που περιέχει λείψανα βουδιστών μοναχών και είναι ταυτόχρονα χώρος για διαλογισμό
  3. οικισμός της Ελλάδας, στη Μεσσηνία
  4. γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Στούπας
  5. γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Στούπας

Ισοδύναμα

Englishstupa
Españolestupa
Françaisstoupastupa
27 more languages
العربيةسْتُوبَا
བོད་སྐད།མཆོད་རྟེན
Češtinastúpa
DeutschStupa
हिन्दीस्तूप
Magyarsztúpa
Italianostupa
ភាសាខ្មែរចេតិយ
ລາວທາດ
മലയാളംസ്തൂപം
Монголсуврага
Nederlandsstoepa
Polskistupa
Portuguêsestupa
Српскиstupaступа
Svenskastupa
தமிழ்தூபி
Tiếng Việtphù đồthấp
中文舍利塔
繁體中文舍利塔

Παραδείγματα

“※ Η στούπα, το χαρακτηριστικότερο βουδιστικό αρχιτεκτονικό μνημείο, περιγράφεται ως «ναός» ή «ιερό» […], αλλά και ως «στην ουσία ιερό ταφικό μνημείο. Η στούπα [όμως] δεν είναι ναός ή ιερό […]».”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη στούπα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free