Meaning of στούπα | Babel Free
/ˈstu.pa/Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο
- ανάχωμα ή κατασκευή σε ημισφαιρικό που περιέχει λείψανα βουδιστών μοναχών και είναι ταυτόχρονα χώρος για διαλογισμό
- οικισμός της Ελλάδας, στη Μεσσηνία
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Στούπας
- γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Στούπας
Παραδείγματα
“※ Η στούπα, το χαρακτηριστικότερο βουδιστικό αρχιτεκτονικό μνημείο, περιγράφεται ως «ναός» ή «ιερό» […], αλλά και ως «στην ουσία ιερό ταφικό μνημείο. Η στούπα [όμως] δεν είναι ναός ή ιερό […]».”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.