HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του στούπα | Babel Free

Ουσιαστικό CEFR B1
ˈstu.pa

Ορισμοί

  1. γυναικείο επώνυμο
  2. ανάχωμα ή κατασκευή σε ημισφαιρικό που περιέχει λείψανα βουδιστών μοναχών και είναι ταυτόχρονα χώρος για διαλογισμό
  3. οικισμός της Ελλάδας, στη Μεσσηνία
  4. γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Στούπας
  5. γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Στούπας

Ισοδύναμα

العربية سْتُوبَا
བོད་སྐད མཆོད་རྟེན
Bosanski stupa ступа
Čeština stúpa
Deutsch Stupa
English stupa
Español estupa
Français stoupa stupa
हिन्दी स्तूप
Hrvatski stupa ступа
Magyar sztúpa
Italiano stupa
ខ្មែរ ចេតិយ
한국어 솔도파 스투파 탑파
ລາວ ທາດ
മലയാളം സ്തൂപം
Монгол суврага
မြန်မာဘာသာ စေတီ ထူပါ ဘုရား
Nederlands stoepa
Polski stupa
Português estupa
Русский ступа субурган
Српски stupa ступа
Svenska stupa
தமிழ் தூபி
Tiếng Việt phù đồ thấp
中文 舍利塔
ZH-TW 舍利塔

Παραδείγματα

“※ Η στούπα, το χαρακτηριστικότερο βουδιστικό αρχιτεκτονικό μνημείο, περιγράφεται ως «ναός» ή «ιερό» […], αλλά και ως «στην ουσία ιερό ταφικό μνημείο. Η στούπα [όμως] δεν είναι ναός ή ιερό […]».”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη στούπα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free