Meaning of στοά | Babel Free
/stoˈa/Ορισμοί
- ημιυπαίθριος στεγασμένος χώρος με κίονες (βλέπε και προστώο)
- επίμηκες κτήριο, του οποίου η μία μακρά πλευρά διατρέχεται εξωτερικά από κίονες διαμορφώνοντας έναν επιμήκη ανοιχτό στεγασμένο χώρο
- ευρύς διάδρομος στο ισόγειο κτηρίου με καταστήματα στις δύο πλευρές του
- σήραγγα (π.χ. σε ορυχείο)
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.