HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of στοά | Babel Free

Noun CEFR C2 Specialized
/stoˈa/

Ορισμοί

  1. ημιυπαίθριος στεγασμένος χώρος με κίονες (βλέπε και προστώο)
  2. επίμηκες κτήριο, του οποίου η μία μακρά πλευρά διατρέχεται εξωτερικά από κίονες διαμορφώνοντας έναν επιμήκη ανοιχτό στεγασμένο χώρο
  3. ευρύς διάδρομος στο ισόγειο κτηρίου με καταστήματα στις δύο πλευρές του
  4. σήραγγα (π.χ. σε ορυχείο)

Ισοδύναμα

English Arcade shaft

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See στοά used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course