Meaning of στερώ | Babel Free
/steˈɾo/Ορισμοί
αφαιρώ από κάποιον ή κάτι ένα στοιχείο που θεωρείται απαραίτητο
Ισοδύναμα
English
Deprive
Παραδείγματα
“Η κυβέρνηση στερεί από τους εργαζόμενους τα δικαιώματά τους.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.