Conjugation of στερώ
steˈɾoαφαιρώ από κάποιον ή κάτι ένα στοιχείο που θεωρείται απαραίτητο Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | στερώ |
| εσύ | στερείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | στερεί |
| εμείς | στερούμε |
| εσείς | στερείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | στερούν |
Παρατατικός
| εγώ | στερούσα |
| εσύ | στερούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | στερούσε |
| εμείς | στερούσαμε |
| εσείς | στερούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | στερούσαν |
Αόριστος
| εγώ | στέρησα |
| εσύ | στέρησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | στέρησε |
| εμείς | στερήσαμε |
| εσείς | στερήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | στέρησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα στερήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | στερήσω |
| εσύ | στερήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | στερήσει |
| εμείς | στερήσουμε |
| εσείς | στερήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | στερήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | στερείτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | στέρησε |
| εσείς | στερήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | στερήσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | στερούμαι |
| εσύ | στερείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | στερείται |
| εμείς | στερούμαστε |
| εσείς | στερείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | στερούνται |
Παρατατικός
| αυτός / αυτή / αυτό | στερούνταν |
| εμείς | στερούμασταν |
| εσείς | [στερούσασταν, (‑ούσαστε)] |
| αυτοί / αυτές / αυτά | στερούνταν |
Αόριστος
| εγώ | στερήθηκα |
| εσύ | στερήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | στερήθηκε |
| εμείς | στερηθήκαμε |
| εσείς | στερηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | στερήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα στερηθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | στερηθώ |
| εσύ | στερηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | στερηθεί |
| εμείς | στερηθούμε |
| εσείς | στερηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | στερηθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | στερείστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | στερήσου |
| εσείς | στερηθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | στερηθεί |