HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← στερώ — definition

Conjugation of στερώ

Regular CEFR B1
steˈɾo

αφαιρώ από κάποιον ή κάτι ένα στοιχείο που θεωρείται απαραίτητο Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ στερώ
εσύ στερείς
αυτός / αυτή / αυτό στερεί
εμείς στερούμε
εσείς στερείτε
αυτοί / αυτές / αυτά στερούν
Παρατατικός
εγώ στερούσα
εσύ στερούσες
αυτός / αυτή / αυτό στερούσε
εμείς στερούσαμε
εσείς στερούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά στερούσαν
Αόριστος
εγώ στέρησα
εσύ στέρησες
αυτός / αυτή / αυτό στέρησε
εμείς στερήσαμε
εσείς στερήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά στέρησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα στερήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ στερήσω
εσύ στερήσεις
αυτός / αυτή / αυτό στερήσει
εμείς στερήσουμε
εσείς στερήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά στερήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς στερείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ στέρησε
εσείς στερήστε
Απαρέμφατο αορίστου
στερήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ στερούμαι
εσύ στερείσαι
αυτός / αυτή / αυτό στερείται
εμείς στερούμαστε
εσείς στερείστε
αυτοί / αυτές / αυτά στερούνται
Παρατατικός
αυτός / αυτή / αυτό στερούνταν
εμείς στερούμασταν
εσείς [στερούσασταν, (‑ούσαστε)]
αυτοί / αυτές / αυτά στερούνταν
Αόριστος
εγώ στερήθηκα
εσύ στερήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό στερήθηκε
εμείς στερηθήκαμε
εσείς στερηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά στερήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα στερηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ στερηθώ
εσύ στερηθείς
αυτός / αυτή / αυτό στερηθεί
εμείς στερηθούμε
εσείς στερηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά στερηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς στερείστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ στερήσου
εσείς στερηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
στερηθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary