HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of στεγνώνω | Babel Free

Verb CEFR B2
/steˈɣno.no/

Ορισμοί

  1. κάνω κάτι να γίνει στεγνό, του αφαιρώ τα υγρά με τα οποία ήταν εμποτισμένο
    transitive
  2. αποβάλλω τα υγρά με τα οποία ήμουν εμποτισμένος, γίνομαι στεγνός
    intransitive
  3. χάνω τη ζωτικότητά μου
    figuratively
  4. μένω χωρίς λεφτά
    figuratively

Ισοδύναμα

English Dry

Παραδείγματα

“μετά το λούσιμο στεγνώνει τα μαλλιά της με το πιστολάκι”
“απλώνουμε τα πλυμένα ρούχα στον ήλιο για να στεγνώσουν”
“※ Η περιοχή γύρω από τον τόπο λατρείας είναι γεμάτη ακαθαρσίες καμήλας και χνάρια από σκηνές που ξεστήθηκαν. Δίπλα στο ιερό δέντρο, ο Μπρούνο ανακαλύπτει ένα πηγάδι που δεν έχει μαργέλι και μια υποτυπώδη ποτίστρα. Πλενόμαστε απʼ την κορφή ως τα νύχια και πλένουμε και τα ρούχα μας, τα οποία απλώνουμε να στεγνώσουν πάνω στις καυτές πέτρες.”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See στεγνώνω used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course