Meaning of στεγνώνω | Babel Free
/steˈɣno.no/Ορισμοί
-
κάνω κάτι να γίνει στεγνό, του αφαιρώ τα υγρά με τα οποία ήταν εμποτισμένο transitive
-
αποβάλλω τα υγρά με τα οποία ήμουν εμποτισμένος, γίνομαι στεγνός intransitive
-
χάνω τη ζωτικότητά μου figuratively
-
μένω χωρίς λεφτά figuratively
Ισοδύναμα
English
Dry
Παραδείγματα
“μετά το λούσιμο στεγνώνει τα μαλλιά της με το πιστολάκι”
“απλώνουμε τα πλυμένα ρούχα στον ήλιο για να στεγνώσουν”
“※ Η περιοχή γύρω από τον τόπο λατρείας είναι γεμάτη ακαθαρσίες καμήλας και χνάρια από σκηνές που ξεστήθηκαν. Δίπλα στο ιερό δέντρο, ο Μπρούνο ανακαλύπτει ένα πηγάδι που δεν έχει μαργέλι και μια υποτυπώδη ποτίστρα. Πλενόμαστε απʼ την κορφή ως τα νύχια και πλένουμε και τα ρούχα μας, τα οποία απλώνουμε να στεγνώσουν πάνω στις καυτές πέτρες.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.