HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← στεγνώνω — definition

Conjugation of στεγνώνω

Regular CEFR B2
steˈɣno.no

κάνω κάτι να γίνει στεγνό, του αφαιρώ τα υγρά με τα οποία ήταν εμποτισμένο Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ στεγνώνω
εσύ στεγνώνεις
αυτός / αυτή / αυτό στεγνώνει
εμείς στεγνώνουμε
εσείς στεγνώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά στεγνώνουν
Παρατατικός
εγώ στέγνωνα
εσύ στέγνωνες
αυτός / αυτή / αυτό στέγνωνε
εμείς στεγνώναμε
εσείς στεγνώνατε
αυτοί / αυτές / αυτά στέγνωναν
Αόριστος
εγώ στέγνωσα
εσύ στέγνωσες
αυτός / αυτή / αυτό στέγνωσε
εμείς στεγνώσαμε
εσείς στεγνώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά στέγνωσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα στεγνώσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ στεγνώσω
εσύ στεγνώσεις
αυτός / αυτή / αυτό στεγνώσει
εμείς στεγνώσουμε
εσείς στεγνώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά στεγνώσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ στέγνωνε
εσείς στεγνώνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ στέγνωσε
εσείς στεγνώστε
Απαρέμφατο αορίστου
στεγνώσει

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary