Meaning of σπουδή | Babel Free
/spuˈði/Ορισμοί
- η ενέργεια του σπουδάζω, η μελέτη, η σοβαρή ενασχόληση με ένα αντικείμενο
-
η φοίτηση σε ένα σχολείο ή πανεπιστήμιο plural
- προσχέδιο ζωγραφικού έργου
- μουσικό έργο, συνήθως για ένα όργανο, που έχει σαν βασικό θέμα του μια τεχνική δυσκολία
- λόγιο ή λαϊκότροπο η βιασύνη
Παραδείγματα
“Ο Σοπέν (Chopin) έγραψε 24 Σπουδές για πιάνο: τις δώδεκα études με αριθμό opus 10 και to έργο 25 με άλλες δώδεκα.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.