σπλάχνο
Ορισμοί
- γενική ονομασία για οποιοδήποτε από τα εσωτερικά όργανα του ανθρώπου ή άλλου ζωικού οργανισμού, κυρίως γι αυτά που βρίσκονται στην κοιλιακή χώρα, αλλά και τα πνευμόνια, τα γεννητικά όργανα και την καρδιά
-
το παιδί figuratively
-
το εσωτερικό μέρος σε κάτι που θέλουμε να το παρουσιάσουμε σαν ζωντανό οργανισμό figuratively
-
η γκόμενα slang
Ισοδύναμα
28 more languages
Afrikaansingewande
العربيةفرث
Българскивътрешности
Euskaraerrai
Gaeilgeabach
Galegoentrañas
Հայերենփորոտիք
Македонскиутроба
Монголхэвлий
Nederlandsingewanden
Portuguêsentranhas
Românămate
Русскийвнутренности
Slovenčinaútroba
Tiếng Việtruột
Παραδείγματα
“※ Έσκυψε γρήγορα με λαχτάρα και σφιχταγκάλιασε για στερνή φορά το σπλάχνο της. (Τάκης Αδάμος Ο όρκος του Μακρή [διήγημα])”
“καθόταν απόμερα με το σπλάχνο και σορόπιαζε”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free