Σημασία του σπλάχνο | Babel Free
ˈspla.xnoΟρισμοί
- γενική ονομασία για οποιοδήποτε από τα εσωτερικά όργανα του ανθρώπου ή άλλου ζωικού οργανισμού, κυρίως γι αυτά που βρίσκονται στην κοιλιακή χώρα, αλλά και τα πνευμόνια, τα γεννητικά όργανα και την καρδιά
-
το παιδί figuratively
-
το εσωτερικό μέρος σε κάτι που θέλουμε να το παρουσιάσουμε σαν ζωντανό οργανισμό figuratively
-
η γκόμενα slang
Ισοδύναμα
Afrikaans
ingewande
العربية
فرث
Български
вътрешности
Euskara
errai
Français
entrailles
Gaeilge
abach
Galego
entrañas
Հայերեն
փորոտիք
Македонски
утроба
Монгол
хэвлий
Nederlands
ingewanden
Português
entranhas
Română
mate
Русский
внутренности
Slovenčina
útroba
Tiếng Việt
ruột
Παραδείγματα
“※ Έσκυψε γρήγορα με λαχτάρα και σφιχταγκάλιασε για στερνή φορά το σπλάχνο της. (Τάκης Αδάμος Ο όρκος του Μακρή [διήγημα])”
“καθόταν απόμερα με το σπλάχνο και σορόπιαζε”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free