HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

σπάρος

Ουσιαστικό αρσενικό CEFR B1
ˈspa.ɾos

Ορισμοί

  1. ανδρικό επώνυμο
  2. ψάρι του αλμυρού νερού (Diplodus annularis), που ανήκει στην οικογένεια των σπαρίδων και ζει συνήθως σε κοπάδια
  3. ράθυμος, νωθρός, τεμπέλης
    figuratively

Ισοδύναμα

26 more languages
Azərbaycan diliçapaq
Българскиплатика
Bosanskibreme
Catalàbrema
Esperantobramo
Galegobrema
Hrvatskibreme
Magyarkeszeg
日本語ブリーム
Kurdîcêjn
Latinasparulus
Nederlandsbrasem
Polskileszcz
Românăplătică
Српскиbreme
Svenskabraxen
Українськалящ
Tiếng Việtcá vền

Παραδείγματα

“άλλες μορφές: σπαρίλας”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη σπάρος σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free