HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του σμάλτο | Babel Free

Ουσιαστικό CEFR B1
ˈzmal.to

Ορισμοί

  1. υαλώδης επίστρωση σε κεραμικά και μεταλλικά αντικείμενα που τους δίνει λαμπερή όψη
  2. η λευκή σκληρή ουσία που καλύπτει το ορατό μέρος του δοντιού

Ισοδύναμα

Čeština email smalt
Dansk emalje
Español esmalte esmalté
Suomi hammaskiille
Français Email émailler
Galego esmaltar
한국어 법랑질
Português esmaltar esmalte
Српски cakliti цаклити
ไทย เคลือบ
Türkçe minelemek
Tiếng Việt tráng
中文 琺瑯質

Παραδείγματα

“※ Συνδυάζοντας διάφορες τεχνικές , οι Βυζαντινοί χρυσοχόοι σκαλίζουν τα ευγενή μέταλλα, σμιλεύουν τους ημιπολύτιμους λίθους, ίασπη, σαρδόνυχα, λαζουρίτη, αχάτες και την ορεία κρύσταλλο, λεπτουργούν με μοναδική μαστοριά επιπεδόγλυφα και περίκλειστα σμάλτα και δένουν μαργαριτάρια, πετράδια και πολύχρωμα υέλια στα θελκτικά τους μικροτεχνήματα (Το Ελληνικό Κόσμημα : Πέντε Χιλιάδες χρόνια παράδοση, Ελληνικό Κέντρο Αργυροχοΐας, 1995, σελ. 85)”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη σμάλτο σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free