Meaning of σαμάρι | Babel Free
Ορισμοί
- ξύλινο συνήθως εξάρτημα που προσαρμόζεται στη ράχη γαϊδουριού ή μουλαριού ώστε να φορτωθεί πάνω σ' αυτό ένα φορτίο
-
καμπύλη προεξοχή του οδοστρώματος που δυσχεραίνει την κίνηση των οχημάτων figuratively
Ισοδύναμα
English
Packsaddle
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.