HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ράσπα | Babel Free

Noun CEFR B1

Ορισμοί

  1. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
  2. χοντρή λίμα για ξύλα με μεγάλα και χοντρά δόντια
  3. κάθε πολύ μεγάλη λίμα
    broadly

Παραδείγματα

“※ Ράσπα είναι η ειδική οδοντωτή μεταλλική λίμα για να ξύνει ο τσαγκάρης το πλαϊνό της σόλας καθώς και το κάτω μέρος της σόλας που ήταν καρφωμένη η σειρά με τις ξυλόπροκες. Με τη ράσπα έξυνε το πρώτο χέρι, γιατί μετά με ένα σπασμένο γυαλί ξαναπερνούσε τα ξυμένα μέρη, για να γυαλίσουν τέλεια, και στην συνέχεια τα έβαφε με μπογιά ή με κερί χρησιμοποιώντας το λαμπούδι. (https://www.archaiologia.gr/blog/photo/ράσπα-μουσείο-υποδημάτων www.archaiologia.gr, 10.02.2014]”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ράσπα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course