Meaning of ράσπα | Babel Free
Ορισμοί
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
- χοντρή λίμα για ξύλα με μεγάλα και χοντρά δόντια
-
κάθε πολύ μεγάλη λίμα broadly
Παραδείγματα
“※ Ράσπα είναι η ειδική οδοντωτή μεταλλική λίμα για να ξύνει ο τσαγκάρης το πλαϊνό της σόλας καθώς και το κάτω μέρος της σόλας που ήταν καρφωμένη η σειρά με τις ξυλόπροκες. Με τη ράσπα έξυνε το πρώτο χέρι, γιατί μετά με ένα σπασμένο γυαλί ξαναπερνούσε τα ξυμένα μέρη, για να γυαλίσουν τέλεια, και στην συνέχεια τα έβαφε με μπογιά ή με κερί χρησιμοποιώντας το λαμπούδι. (https://www.archaiologia.gr/blog/photo/ράσπα-μουσείο-υποδημάτων www.archaiologia.gr, 10.02.2014]”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.