παραγωγή
Ορισμοί
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του παράγω
- ό,τι παράγεται (υλικό ή πνευματικό)
- δραστηριότητα που έχει στόχο τη δημιουργία οικονομικών αγαθών και υπηρεσιών
- η επιμέλεια και η προσπάθεια για την εξασφάλιση της χρηματοδότησης για τη δημιουργία μιας κινηματογραφικής ταινίας
- η παρουσίαση μιας ραδιοφωνικής εκπομπής καθώς και η επιλογή όσων παρουσιάζονται καθώς και η γενικότερη επιμέλεια
- ο σχηματισμός μιας λέξης με την προσθήκη προθημάτων, επιθημάτων ή προσφυμάτων σε άλλη λέξη
- η εξαγωγή συμπεράσματος σε κάποιον συλλογισμό με συλλογιστική πορεία από το γενικό στο μερικό / ειδικό
Ισοδύναμα
Françaisproduction
22 more languages
Catalàfabricació
Esperantoproduktado
עבריתיְצוּר
Magyartermelés
Bahasa Indonesiapengolahan
ქართულიწარმოება
Қазақ тіліөндіріс
Kurdîfabrîkasyon
Македонскипроизводство
Polskiprodukcja
Românăfabricare
Παραδείγματα
“※ η παραγωγή είναι μια από τις διαδικασίες σχηματισμού λέξεων, στην οποία συνδυάζονται ένα λεξικό μόρφημα (ή θέμα) και ένα παραγωγικό μόρφημα.”
“※ Παραγωγή derivation. Η διαδικασία με την οποία δημιουργούνται καινούριες λέξεις με τον συνδυασμό λεξικών και παραγωγικών μορφημάτων και συνήθως των κλιτικών μορφημάτων. […] Η παραγωγή μπορεί να δημιουργήσει λέξεις που είτε ανήκουν είτε δεν ανήκουν στην ίδια γραμματική κατηγορία (μέρος του λόγου) με αυτή που ανήκει η λέξη η οποία έχει χρησιμοποιηθεί ως «βάση»”
“※ Σε ένα τέτοιο σύστημα, με αφετηρία κάποιες προτάσεις παράγονται άλλες, με βάση συγκεκριμένους κανόνες παραγωγής τους.”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free