Σημασία του πανωφόρι | Babel Free
pa.noˈfo.ɾiΟρισμοί
ρούχο που φοριέται πάνω από κάτι άλλο (π.χ. ζακέτα, παλτό κ.λπ.)
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“※ Κι ο εκκλησιάρης, ένα γεροντάκι κοντοστούπικο μ’ ένα πανωφόρι που τόσερνε στις πλάκες, πράσινο απ’ την παλιοσύνη κι όλο κεριά σαν τον ουρανό με τάστρα (Κωνσταντίνος Χρηστομάνος, Η κερένια κούκλα, μέρος Θ΄: Οι ασβεστωμένοι Άγιοι)”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free