πάριζα
Ορισμοί
- είδος αλλαντικού το οποίο έχει υποστεί θερμική επεξεργασία και το οποίο συσκευάζεται σε ειδικό περίβλημα
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
Ισοδύναμα
18 more languages
Παραδείγματα
“※ Ο ναύτης Γερούν μού μαθαίνει πρωτότυπους συνδυασμούς: πάριζα με μπόλικο κέτσαπ, κρέμα βανίλια με ένα παχύ στρώμα τρούφας. (Μακ Χέιρτ (πρόλογος: Νίκος Μπακουνάκης, μετάφραση: Ινώ Βαν Ντάικ-Μπαλτά), Στην Ευρώπη: Ταξίδια στον 20ό αιώνα, (Αθήνα: Μεταίχμιο, 2015), σελ. 653)”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free