ξυλεία
Ορισμοί
το ξύλο ως πρώτη ύλη για οικοδομή, έργα τέχνης, ως καύσιμο κ.λπ.
Ισοδύναμα
26 more languages
العربيةخشب
Българскидърво
فارسیالوار
Suomipuutavara
Gaeilgecrainn leagtha
Magyarépületfa
Kurdîkereste
Lietuviųmediena
Македонскидрво
Românăcherestea
Русскийдереводеревоматериа́лдревесиналесовозлесоматериаллесообрабатывающийлесопромышленниклесосплавлесоспусклесоэкспортпиломатериа́лытимберс
Tagalogkalap
Türkçekereste
Παραδείγματα
“※ Το αστρονομικό ποσό των 65 εκατομμυρίων ευρώ δαπανά κάθε χρόνο η χώρα μας σε συνάλλαγμα για εισαγωγή ξυλείας υψηλής ποιότητας, σε σημείο ν' αποτελεί την τρίτη μεγαλύτερη δαπάνη, μετά τα πετρελαιοειδή, τα γαλακτοκομικά και το κρέας! Η ετήσια παραγωγή εγχώριας ξυλείας ανέρχεται σε 390.000 κυβικά μέτρα περίπου, ενώ οι εισαγωγές ξυλείας σε 3.660.000 κυβικά μέτρα περίπου ετησίως. Σημαντικό κομμάτι των εισαγωγών, περίπου 170.000 κυβικά μέτρα, αφορά ξυλεία επιπλοποιίας. (εφ. Ελευθεροτυπία, 09.04.2013)”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free