HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ξινός | Babel Free

Adjective feminine CEFR B1
/ksiˈnos/

Ορισμοί

  1. που έχει γεύση όξινη, καθώς περιέχει (συνήθως) οξικό οξύ
  2. που δεν έχει ωριμάσει
  3. που έχει αλλοιωθεί και ξινίζει
  4. άνθρωπος που όλα τον ενοχλούν
    figuratively

Παραδείγματα

“※ Την ξέρω καλέ την Ξενοδίκη. Εμείς με τις φίλες μου, άμα τη δούμε στο δρόμο, Ξινοδίκη τη λέμε αναμεταξύ μας, μια ξινή είναι, μια ψηλομύτα, που περνιέται για πολύ σπουδαία, μια ξιπασμένη που μόνο τα λούσα τη νοιάζουν, που γυρνάει πασαλειμμένη με μπόλικο κοκκινάδι για να κάνει πιο κόκκινο το χρώμα των χειλιών της, που επειδή έχει πλούσιο άντρα νομίζει πως είναι και κάποια. (Σάκης Σερέφας, Τα μυστικά της Αθήνας – Τι λες κι εσύ, κυρ Σωκράτη;, εκδ. Πατάκη, 2024, σελ. 25)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ξινός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course