ξεπλένω
Ορισμοί
- βγάζω τα σαπούνια από τα ρούχα ή τα πιάτα ή οποιαδήποτε επιφάνεια έπλυνα με σαπούνι
- πλένω πρόχειρα κάτι, ρίχνω νερό και το ψευτοπλένω, π.χ. ρίχνοντας ένα κουβά νερό στο εξωτερικό του αυτοκινήτου ή καταβρέχοντας με το λάστιχο το τραπέζι της βεράντας για να φύγουν οι σκόνες
-
αποκαθιστώ κάποιον ηθικά από ντροπή ή προσβολή figuratively
-
κάνω να εμφανίζονται ως νόμιμα χρήματα που αποκτήθηκαν με παράνομο τρόπο figuratively
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“※ Έτριβε τα χέρια σαν να τα ξέπλενε, αφού είχε τελειώσει κάποια βρόμικη δουλειά. (Αντώνης Σουρούνης (1985) Οι πρώτοι πεθαίνουν τελευταίοι [μυθιστόρημα])”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free