HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ξεπλένω | Babel Free

Verb CEFR B1

Ορισμοί

  1. βγάζω τα σαπούνια από τα ρούχα ή τα πιάτα ή οποιαδήποτε επιφάνεια έπλυνα με σαπούνι
  2. πλένω πρόχειρα κάτι, ρίχνω νερό και το ψευτοπλένω, π.χ. ρίχνοντας ένα κουβά νερό στο εξωτερικό του αυτοκινήτου ή καταβρέχοντας με το λάστιχο το τραπέζι της βεράντας για να φύγουν οι σκόνες
  3. αποκαθιστώ κάποιον ηθικά από ντροπή ή προσβολή
    figuratively
  4. κάνω να εμφανίζονται ως νόμιμα χρήματα που αποκτήθηκαν με παράνομο τρόπο
    figuratively

Ισοδύναμα

English Rinse

Παραδείγματα

“※ Έτριβε τα χέρια σαν να τα ξέπλενε, αφού είχε τελειώσει κάποια βρόμικη δουλειά. (Αντώνης Σουρούνης (1985) Οι πρώτοι πεθαίνουν τελευταίοι [μυθιστόρημα])”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ξεπλένω used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course