Meaning of ξεκολλώ | Babel Free
/kse.koˈlo/Ορισμοί
-
αποκολλώ, αποσπώ ένα αντικείμενο από την επιφάνεια πάνω στην οποία ήταν κολλημένο transitive
-
αποσπώμαι από την επιφάνεια πάνω στην οποία με είχαν κολλήσει intransitive
-
απομακρύνομαι από μια συναναστροφή ή διακόπτω μια δραστηριότητα figuratively, intransitive
-
ξεκολλιέμαι κυρίως στους παρελθοντικούς χρόνους για αντικείμενα, όπως ξεκολλήθηκε αντί ξεκόλλησε για κάτι που αποσπάσθηκε με βία ή πάντως με πρόθεση και δεν αποκολλήθηκε τυχαία ή από φθορά μόνο του vulgar
Παραδείγματα
“ξεκόλλα επιτέλους από τον υπολογιστή σου να πάμε καμιά βόλτα”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.