Meaning of ξεκομμένος | Babel Free
/kse.koˈme.nos/Ορισμοί
- που έχει απομακρυνθεί από τους άλλους
- που έχει απομακρυνθεί από κάτι
- που έχει καθοριστεί τελεσίδικα
Παραδείγματα
“ζούσε ξεκομμένος από την οικογένειά του”
“※ Η μητέρα μου πρέπει να υπόφερε, ξεκομμένη από τις συνήθειές της. (⌘ Θανάσης Βαλτινός, Ανάπλους, [μυθιστόρημα], 2012)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.