HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μυωπικός | Babel Free

Adjective feminine CEFR B2
/mi.o.piˈkos/

Ορισμοί

  1. που σχετίζεται με τη μυωπία ή το μύωπα
  2. που δεν έχει διορατικότητα, που προσκολλάται στο παρελθόν και δεν μπορεί να προβλέψει νέες εξελίξεις
    figuratively

Ισοδύναμα

English Myopic

Παραδείγματα

“※ Ήταν μια καλαματιανή «μυστακοφόρος» κοντόχοντρη γεροντοκόρη, με γαμψή μύτη και μυωπικά γυαλιά σαν πατομπούκαλα (Θανάσης Διαμαντόπουλος, Ο δικαστής, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μυωπικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course