Meaning of μυωπικός | Babel Free
/mi.o.piˈkos/Ορισμοί
- που σχετίζεται με τη μυωπία ή το μύωπα
-
που δεν έχει διορατικότητα, που προσκολλάται στο παρελθόν και δεν μπορεί να προβλέψει νέες εξελίξεις figuratively
Ισοδύναμα
English
Myopic
Παραδείγματα
“※ Ήταν μια καλαματιανή «μυστακοφόρος» κοντόχοντρη γεροντοκόρη, με γαμψή μύτη και μυωπικά γυαλιά σαν πατομπούκαλα (Θανάσης Διαμαντόπουλος, Ο δικαστής, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.