Σημασία του μυωπικός | Babel Free
mi.o.piˈkosΟρισμοί
Ισοδύναμα
Čeština
krátkozraký
Cymraeg
byr ei olwg
Dansk
nærsynet
Esperanto
miopa
Gaeilge
gearr-radharcach
Íslenska
nærsýnn
ქართული
ახლომხედველი
Македонски
кратковид
Shqip
miop
Παραδείγματα
“※ Ήταν μια καλαματιανή «μυστακοφόρος» κοντόχοντρη γεροντοκόρη, με γαμψή μύτη και μυωπικά γυαλιά σαν πατομπούκαλα (Θανάσης Διαμαντόπουλος, Ο δικαστής, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free