Meaning of μπόλικος | Babel Free
/ˈbolikos/Ορισμοί
- αρκετός, άφθονος
- ※ Το μεσημέρι έμειναν μόνοι. Η Λουστρινιώ τους έφτιαξε φρουτάλια με σίγλινα, από τα πεσκέσια. Ο πατέρας έφαγε μπόλικα, με όρεξη - υπήρχε φαγητό. (Μ. Καραγάτσης, Άμρι α Μούγκου, Βιβλιοπωλείο της Εστίας Κολλάρου, 1954, σελ. 37)
- ευρύχωρος, φαρδύς
Παραδείγματα
“Μην ανησυχείς, έχουμε μπόλικο φαγητό για όλους.”
Don't worry, we have plenty of food for everyone.
“Φορούσε μια μπόλικη φούστα με μπιχλιμπίδια.”
She was wearing an ample skirt with trinkets.
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.