HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μπόλικος | Babel Free

Adjective feminine CEFR B2
/ˈbolikos/

Ορισμοί

  1. αρκετός, άφθονος
  2. ※ Το μεσημέρι έμειναν μόνοι. Η Λουστρινιώ τους έφτιαξε φρουτάλια με σίγλινα, από τα πεσκέσια. Ο πατέρας έφαγε μπόλικα, με όρεξη - υπήρχε φαγητό. (Μ. Καραγάτσης, Άμρι α Μούγκου, Βιβλιοπωλείο της Εστίας Κολλάρου, 1954, σελ. 37)
  3. ευρύχωρος, φαρδύς

Παραδείγματα

“Μην ανησυχείς, έχουμε μπόλικο φαγητό για όλους.”

Don't worry, we have plenty of food for everyone.

“Φορούσε μια μπόλικη φούστα με μπιχλιμπίδια.”

She was wearing an ample skirt with trinkets.

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μπόλικος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course