Meaning of μπαμπού | Babel Free
/bamˈbu/Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο
- φυτό της ομάδας Bambuseae, με λογχοειδή φύλλα και κυλινδρικούς κούφιους βλαστούς οι οποίοι χρησιμοποιούνται για τη δημιουργία καλαθιών ή επίπλων
Ισοδύναμα
English
bamboo
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.