μοσχογαλή
Ορισμοί
σαρκοφάγο θηλαστικό της οικογένειας των βιβεριδών, που ζει στην νοτιοανατολική Ασία, την Αφρική και τη νότια Ευρώπη. Από τους πρωκτικούς του αδένες εκκρίνεται υγρό με έντονη μυρωδιά μόσχου, που χρησιμοποιείται στην αρωματοποιία και στη φαρμακευτική.
Ισοδύναμα
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free