Meaning of μισο- | Babel Free
/mi.so/Ορισμοί
- δίνει στο ουσιαστικό, επίθετο, ρήμα, ή επίρρημα που το ακολουθεί την ιδέα ότι του μισού, του λειψού, του μη τελειωμένου
- πρώτο συνθετικό λέξεων που δηλώνουν μίσος ή αυτόν που μισεί εκείνο που δηλώνει το δεύτερο συνθετικό
- σχεδόν
Παραδείγματα
“μισο- (miso-) + σκοτάδι (skotádi, “darkness”) → μισοσκόταδο (misoskótado, “half-light”)”
“μισο- (miso-) + φεγγάρι (fengári, “moon”) → μισοφέγγαρο (misoféngaro, “half-moon”)”
“μισο- (miso-) + γυνή (gyní, “woman (ancient)”) → μισογύνης (misogýnis, “misogynist”)”
“μισο- (miso-) + άνθρωπος (ánthropos, “human being”) → μισάνθρωπος (misánthropos, “misanthrope”)”
“μισογεμάτος”
“μισοτελειώνω”
“μισότρελος”
“μισανοίγω”
“μισογύνης”
“μισάνθρωπος”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.