Σημασία του μετάπτωση | Babel Free
meˈtaptosiΟρισμοί
- αιφνίδια μεταβολή κατάστασης, θέσης ή ιδιότητας
- η μεταβολή (κατά την παραγωγή ή σύνθεση), μιας λέξης ή ειδικότερα ενός φωνήεντος ή μιας διφθόγγου σε μια ρίζα, ή θέμα ή και πρόσφυμα, είτε ποσοτική (βραχύ ↔ μακρό), είτε ποιοτική (βραχύ ↔ βραχύ)
- η κίνηση που κάνει ο άξονας περιστροφής ενός αντικειμένου το οποίο περιστρέφεται
- μεταπτώσεις σε ένα κβαντικό σύστημα
- χαρακτηρισμός ομάδας μεταλλικών χημικών στοιχείων
- η μετάπτωση του άξονα ενός ουράνιου σώματος προέρχεται από τη βαρύτητα και είναι η αργή και συνεχής αλλαγή κατεύθυνσης του άξονά περιστροφής του
- χαρακτηρισμός ρηγμάτων στο στερεό φλοιό της γης
Ισοδύναμα
Afrikaans
ablaut
Català
fluctuació
Dansk
aflyd
Deutsch
Ablaut
Ablaut (Vokalabstufung f)
Ablauts
Abstufung
Fluktuation
Gewoge
Präzession
Schwankung
Übergangsmetall
English
ablaut
ablaut
apophony
Fluctuation
Gradation
gradation
Precession
shift
shift
transition metal
Suomi
äännevaihtelu
ablaut
etusija
fluktuaatio
heilahtelu
huojunta
liukuväri
porrastaminen
porrastus
prekessio
siirtymämetalli
vaihtelu
Français
apophonie
changement
dégradé
fluctuation
gradation
métal de transition
précession
variation
עברית
תנודה
Հայերեն
ձայնդարձ
Bahasa Indonesia
fluktuasi
ქართული
აბლაუტი
Қазақ тілі
прецессия
Latina
gradatio
Lietuvių
abliautas
Polski
alternacja
apofonia
apofoniczny
fluktuacja
gradacja
klimaks
precesja
przegłos
stopniowanie
wahanie
Русский
аблаут
абляут
апофони́я
градация
колебание
неустойчивость
переход
последовательность
прецессия
ранжи́рование
Slovenčina
gradácia
中文
過渡金屬
Παραδείγματα
“Ο καιρός έχει μεταπτώσεις: πότε κρύο, πότε ζέστη.”
The weather keeps changing: sometimes cold, sometimes heat.
“ψυχολογικές μεταπτώσεις”
mood swings (psychological swings).
“ποσοτική μετάπτωση: λέγω - λόγος”
quantitive ablaut: lĕgo (“I say”) - lŏgos (“speech, reason”)
“ποιοτική μετάπτωση: πατέρα - πατήρ”
qualitative ablaut: patĕra (“father -accusative-”) - patēr (“father -nominative-”)
“See notes”
“στοιχεία μετάπτωσης”
transition metals
“ποιοτική μετάπτωση: π.χ. λέγω - λόγος”
“ποσοτική μετάπτωση: π.χ. φρένα - σώφρων, ελλείπω - ελλῐπής”
“εξωτερικούς συνδέσμους”
“μεταπτώσεις ισημεριών”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free