HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μετάπτωση | Babel Free

Noun feminine CEFR B2
/meˈtaptosi/

Ορισμοί

  1. αιφνίδια μεταβολή κατάστασης, θέσης ή ιδιότητας
  2. η μεταβολή (κατά την παραγωγή ή σύνθεση), μιας λέξης ή ειδικότερα ενός φωνήεντος ή μιας διφθόγγου σε μια ρίζα, ή θέμα ή και πρόσφυμα, είτε ποσοτική (βραχύ ↔ μακρό), είτε ποιοτική (βραχύ ↔ βραχύ)
  3. η κίνηση που κάνει ο άξονας περιστροφής ενός αντικειμένου το οποίο περιστρέφεται
  4. μεταπτώσεις σε ένα κβαντικό σύστημα
  5. χαρακτηρισμός ομάδας μεταλλικών χημικών στοιχείων
  6. η μετάπτωση του άξονα ενός ουράνιου σώματος προέρχεται από τη βαρύτητα και είναι η αργή και συνεχής αλλαγή κατεύθυνσης του άξονά περιστροφής του
  7. χαρακτηρισμός ρηγμάτων στο στερεό φλοιό της γης

Ισοδύναμα

English ablaut Precession

Παραδείγματα

“Ο καιρός έχει μεταπτώσεις: πότε κρύο, πότε ζέστη.”

The weather keeps changing: sometimes cold, sometimes heat.

“ψυχολογικές μεταπτώσεις”

mood swings (psychological swings).

“ποσοτική μετάπτωση: λέγω - λόγος”

quantitive ablaut: lĕgo (“I say”) - lŏgos (“speech, reason”)

“ποιοτική μετάπτωση: πατέρα - πατήρ”

qualitative ablaut: patĕra (“father -accusative-”) - patēr (“father -nominative-”)

“See notes”
“στοιχεία μετάπτωσης”

transition metals

“ποιοτική μετάπτωση: π.χ. λέγω - λόγος”
“ποσοτική μετάπτωση: π.χ. φρένα - σώφρων, ελλείπω - ελλῐπής”
“εξωτερικούς συνδέσμους”
“μεταπτώσεις ισημεριών”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μετάπτωση used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course