Meaning of μετάπτωση | Babel Free
/meˈtaptosi/Ορισμοί
- αιφνίδια μεταβολή κατάστασης, θέσης ή ιδιότητας
- η μεταβολή (κατά την παραγωγή ή σύνθεση), μιας λέξης ή ειδικότερα ενός φωνήεντος ή μιας διφθόγγου σε μια ρίζα, ή θέμα ή και πρόσφυμα, είτε ποσοτική (βραχύ ↔ μακρό), είτε ποιοτική (βραχύ ↔ βραχύ)
- η κίνηση που κάνει ο άξονας περιστροφής ενός αντικειμένου το οποίο περιστρέφεται
- μεταπτώσεις σε ένα κβαντικό σύστημα
- χαρακτηρισμός ομάδας μεταλλικών χημικών στοιχείων
- η μετάπτωση του άξονα ενός ουράνιου σώματος προέρχεται από τη βαρύτητα και είναι η αργή και συνεχής αλλαγή κατεύθυνσης του άξονά περιστροφής του
- χαρακτηρισμός ρηγμάτων στο στερεό φλοιό της γης
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Ο καιρός έχει μεταπτώσεις: πότε κρύο, πότε ζέστη.”
The weather keeps changing: sometimes cold, sometimes heat.
“ψυχολογικές μεταπτώσεις”
mood swings (psychological swings).
“ποσοτική μετάπτωση: λέγω - λόγος”
quantitive ablaut: lĕgo (“I say”) - lŏgos (“speech, reason”)
“ποιοτική μετάπτωση: πατέρα - πατήρ”
qualitative ablaut: patĕra (“father -accusative-”) - patēr (“father -nominative-”)
“See notes”
“στοιχεία μετάπτωσης”
transition metals
“ποιοτική μετάπτωση: π.χ. λέγω - λόγος”
“ποσοτική μετάπτωση: π.χ. φρένα - σώφρων, ελλείπω - ελλῐπής”
“εξωτερικούς συνδέσμους”
“μεταπτώσεις ισημεριών”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.