Meaning of ετεροίωση | Babel Free
/e.teˈɾi.o.si/Ορισμοί
η ποιοτική μετάπτωση φωνήεντος ή διφθόγγου ενός θέματος κατά την παραγωγή,
Παραδείγματα
“π.χ. συχνά τροπή του ε του ρηματικού θέματος σε ο του ονοματικού”
“Από τα ρήματα λέγω, τρέφω, τρέπω, μένω, νέμω, φέρω παράγονται τα ουσιαστικά λόγος, τροφή, τροπή, μόνος, νομή, φορά με ετεροίωση του 'ε' σε 'ο'. Από το ρήμα έχω: ανοχή, αποχή, ενοχή, εξοχή, κατοχή, μετοχή, παροχή. Από το αμείβω > αμοιβή, αλείφω > αλοιφή, κλείω > κλοιός, πέμπω > πομπή κ.ά.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.