Meaning of ετεροκανονικότητα | Babel Free
/e.te.ɾo.ka.no.niˈko.ti.ta/Ορισμοί
η ιδιότητα του ετεροκανονικού, δηλαδή η αντίληψη ότι η ετεροφυλοφιλία είναι ο μοναδικός «φυσιολογικός» σεξουαλικός προσανατολισμός
neologism
Ισοδύναμα
English
heteronormativity
Παραδείγματα
“※ Επικρατέστερη, κυρίαρχη και αδιάλλακτη σχετικά τάση που επικρατεί ως νόρμα στην τωρινή κοινωνία είναι η ετεροκανονικότητα. Τα δύο φύλα, αρσενικό και θηλυκό, αλληλοσυμπληρώνονται από βασικά διακριτά βιολογικά χαρακτηριστικά, τα οποία επηρεάζουν άμεσα τις κοινωνικές τους πρακτικές όπως είναι οι συζυγικές και σεξουαλικές σχέσεις. Η κουλτούρα της ετεροκανονικότητας μεταβιβάζεται πρωτίστως μέσω της θρησκείας και των άλλων θεσμών, κυρίως με το επιχείρημα της αναπαραγωγής.”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.