Meaning of μεμβράνη | Babel Free
/meɱˈvɾa.ni/Ορισμοί
- λεπτό και εύκαμπτο στρώμα ιστού που καλύπτει, επενδύει ή διαχωρίζει μέρη του σώματος (ανθρώπων ή ζώων) και ρυθμίζει την ανταλλαγή ουσιών
- λεπτό τεχνητό φύλλο από υλικά όπως πλαστικό, μέταλλο ή καουτσούκ, που χρησιμοποιείται για προστασία, στεγανοποίηση ή έλεγχο ροής
- λεπτό πορώδες φράγμα που επιτρέπει επιλεκτικά τη διέλευση συγκεκριμένων μορίων ή ιόντων, διαχωρίζοντας μείγματα
- λεπτό ελαστικό υλικό τεντωμένο (π.χ. σε τύμπανο), το οποίο πάλλεται και παράγει ήχο
- πολύ λεπτό δέρμα ζώου ή ειδικό χαρτί που χρησιμοποιείται για αντιγραφή ή επίσημα έγγραφα
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.