Meaning of μαραγκός | Babel Free
/ma.raŋˈɡos/Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
- ο ξυλουργός, ο επιπλοποιός που φτιάχνει ξύλινα έπιπλα αλλά και ο τεχνίτης που τα επισκευάζει
Ισοδύναμα
English
Carpenter
Παραδείγματα
“※ Ὁ Πανάγος ὁ μαραγκός ἠγέρθη ὑψηλός, μεγαλόσωμος, ὀλίγον κυρτός, τινάξας τά σκέλη του. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Στο Χριστό στο Κάστρο, 1892)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.