Meaning of λυσσώ | Babel Free
/liˈso/Ορισμοί
- προσβάλλομαι από την ασθένεια της λύσσας
- με πιάνει ασυγκράτητη οργή
- επιθυμώ έντονα ή με μανία κάποιον ή κάτι
- εκδηλώνομαι με μεγάλη σφοδρότητα
- κυριεύομαι υπερβολικά από κάτι
- υποβάλλω κάποιον σε κάτι υπερβολικό ή τον επιβαρύνω με κάτι δυσάρεστο
Παραδείγματα
“Ο σκύλος λύσσαξε.”
“Έχει λυσσάξει που τον χώρισε.”
“Λυσσάνε να με παντρέψουν.”
“Η θάλασσα λυσσά.”
“Λυσσώ στη δίψα.”
“Με έχεις λυσσάξει με την ωραιοπάθειά σου.”
“※ […] ενώ λυσσάγανε τέσσερα διαόλια μες στα πόδια του και εκατό Αμερικάνοι της Βάσης ένα γύρω χαλούσαν τον κόσμο με τα κασετόφωνα και τις ρακέτες, αυτός σαν αποξεχασμένος και ξεμοναχιασμένος με τα Γκωλουάζ του και την απαίσια μυρωδιά τους που στενοχωρούσε τα κρινάκια.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.