HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of λεβέντης | Babel Free

Noun feminine CEFR B2
/leˈven.dis/

Ορισμοί

  1. ο άντρας που έχει αρετές όπως θάρρος και ειλικρίνεια και αντιμετωπίζει τις δυσκολίες και τους κινδύνους
  2. ανδρικό επώνυμο
  3. ψηλός και γεροδεμένος άντρας με όμορφο παρουσιαστικό

Παραδείγματα

“Της φυλακής τα σίδερα είναι για τους λεβέντες.”

The prison's irons are for the brave.

“※ Καλύτερα, λεβέντη μου, τη μάχη ν' αποφεύγεις / παρά να κάνεις ταρζανιές, παλικαριές στο βρόντο (Ομήρου Ιλιάδα του Μιχάλη Γκανά, 2019)”
“※ τον Κρατερό τον αγαπώ σαν αδερφό μου... Είναι αγνός, λεβέντης, καλόψυχος και μαζί μ' αυτά πεισματάρης, οξύθυμος, εγωιστής κι αχρειόστομος (Σωκράτης Σίσκος, Η ταβέρνα του Κρατερού θεατρικό έργο σε τρεις πράξεις, Γ΄ βραβείο 1993 της Εταιρείας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων, Θεσσαλονίκη, 2013, ISBN 978-960-9763-06-6, σελ. 24-25 http://web.ems.gr/media/Siskos_h_taverna_toy_kraterou.pdf)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See λεβέντης used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course