Meaning of αντρίκειος | Babel Free
/anˈdɾi.cos/Ορισμοί
που φέρεται με ανδρεία και θάρρος ή χαρακτηρίζεται απ' αυτά (ή από άλλα που θεωρούνται ανδρικά χαρακτηριστικά)
Ισοδύναμα
English
manly
Παραδείγματα
“Είναι ντόμπρος, με αντρίκειο φέρσιμο, δεν κάνει γυναικουλίστικες πονηριές.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.