HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

αντρίκειος

Επίθετο θηλυκό CEFR B2
anˈdɾi.cos

Ορισμοί

που φέρεται με ανδρεία και θάρρος ή χαρακτηρίζεται απ' αυτά (ή από άλλα που θεωρούνται ανδρικά χαρακτηριστικά)

Ισοδύναμα

36 more languages

Παραδείγματα

“Είναι ντόμπρος, με αντρίκειο φέρσιμο, δεν κάνει γυναικουλίστικες πονηριές.”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη αντρίκειος σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free