αντρική
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αντρικός
accusative, feminine, nominative, singular, vocative
Παραδείγματα
“Αγόρασε μια αντρική ζώνη ως δώρο για τον αδερφό της.”
She bought a men's belt as a gift for her brother.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free