Σημασία του λαχανικό | Babel Free
Ορισμοί
χαμηλό φυτό που καλλιεργείται, ώστε οι καρποί του ή οι ρίζες του ή ο βλαστός του ή τα φύλλα του να φαγωθούν ωμά ή μαγειρεμένα, π.χ. τα όσπρια, η ντομάτα, η πατάτα, τα χόρτα, το λάχανο κ.λπ.· στον ορισμό αυτό δεν περιλαμβάνονται φυτά των οποίων οι καρποί καταναλώνονται αφού πρώτα υποστούν μηχανική ή χημική επεξεργασία, όπως τα δημητριακά ή το ζαχαρότευτλο.
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Η ντομάτα είναι το πιο δημοφιλές λαχανικό στον κήπο.”
The tomato is the most popular vegetable in the garden.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free