Meaning of λήγων | Babel Free
/ˈli.ɣon/Ορισμοί
- που λήγει, καταλήγει, ο τελευταίος
- που τελειώνει τώρα ή σε μια ορισμένη ημερομηνία, που απέρχεται,
Παραδείγματα
“ο λήγων αριθμός στο Λαϊκό λαχείο...”
“ο λήγων του ΑΦΜ”
“Σημαντικά θέματα στην τελευταία για την λήγουσα θητεία του...”
“Η θητεία του νέου Δ.Σ. είναι πενταετής, λήγουσα την 30.06.2018”
“Αρχόμενος από του έτους 1838 Απριλίου 20 και λήγων τω 1858 Δεκεμβρίου 31”
“Ως διάρκεια του Διαγωνισμού ορίζεται... αρχόμενος την 20/10/2013 και λήγων την 31/01/2014”
“ο λήγων μήνας δεν ήταν ο καλύτερος για τον τουρισμό φέτος”
“Μεγαλύτερος όγκος των ανταλλαγών στο εξωτερικό εμπόριο της Σερβίας κατά το λήγον έτος 2013”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.