Meaning of λημεριάζω | Babel Free
/li.meɾˈʝa.zo/Ορισμοί
-
έχω το λημέρι, το κρησφύγετό μου vulgar
-
περνάω την ώρα μου σε κάποιον τόπο οικείο familiar, vulgar
Παραδείγματα
“Εδώ λημεριάζουν οι ληστές, είπα, χαθήκαμε. (⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Ο φτωχούλης του Θεού, [μυθιστόρημα], 1954)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.